Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Ένας αύγουστος του τότε...

Την πρόσεξα στις κερκίδες του μικρού γηπέδου που παίζαμε μπάσκετ.
Στενή φούστα, τσόκαρα σε βυσσινί χρώμα, λευκό αθλητικό μπλουζάκι με δυό κόκκινες ρίγες που ξεκινούσαν από τους ώμους και κατέβαιναν στα μανίκια, και ρολογάκι με μπλέ μπρασελέ στο δεξί χέρι.
Ποια είναι αυτή;
Κανείς δεν την ήξερε, πέρα απ΄το ότι είχε εμφανισθεί μιά-δυό φορές τα προηγούμενα απόγεύματα.
Την πλησίασα.
-Γειά σου, σ΄αρέσει το παιχνίδι μας;
Με κοίταξε, χαμογέλασε, και μ΄ έκανε νόημα ότι δεν ακούει και ούτε μιλάει.
Είναι κωφάλαλη.
Χαμογέλασα χαζά, αμήχανα , έδειξα το γήπεδο, και έκανα μια αδέξια κίνηση με το χέρι μου, ρωτώντας αν της άρεσε.
Έσφιξε ελαφρά τα χείλη της, χαμογέλασε, και είπε «ναι», με μια κίνηση του κεφαλιού της.
Της έδειξα το αναψυκτήριο του γηπέδου, και την ρώτησα κάνοντας αδέξιες κινήσεις νοηματικής. αν θέλει να πιούμε καφέ,
Δέχθηκε, με μια ταυτόχρονη κίνηση των βλεφάρων και του κεφαλιού της.
Κάτσαμε, της έδωσα ένα καταλογάκι των προιόντων-ευτυχώς ήτανε με φωτογραφίες-και διάλεξε μια γρανίτα φράουλα. Πήρα το ίδιο.
Την κοίταξα. Δεν ήξερα τι να πω. Ούτε και πώς να το πω.
Χαμογέλασα με φανερή αμηχανία. Χαμογέλασε και αυτή συγκαταβατικά. «Καταλαβαίνω». θα είπε,.
-Είναι καλή η γρανίτα, ρώτησα νοηματικά.
-Ναι, μου απάντησε με το γνώριμο πια χαμογελάκι.
Ήθελα να την ρωτήσω πως την λένε, πως βρέθηκε στην γειτονιά μας, αλλά τέτοιες ..περίπλοκες ερωτήσεις δεν ήξερα πώς να τις κάνω… Πάλι αμηχανία.
Την λύση όμως την έδωσε αυτή. Μ΄ έκανε νόημα πως θέλει να φύγει.
Συμφώνησα. Θέλησε να πληρώσει την γρανίτα της, αλλά το απέτρεψα έντονα. Δέχθηκε, και μ΄ευχαρίστησε βάζοντας την παλάμη στο στήθος της.
-Αύριο 8 ή ώρα;
Είπε, «ναι»
Της έδειξα μια αφίσα με τον Λευκό Πύργο.
-Εκεί;
Συμφώνησε χαμογελώντας ,και έφυγε.

Το επόμενο βράδυ , περπατήσαμε περίπου μία ώρα στην παραλία της Θεσσαλονίκης.
Δεν λέγαμε τίποτε. Μόνο χαμογελούσαμε κοιτώντας ό ένας τον άλλον. Μία ώρα απόλυτης σιωπής αλλά και πλήρους συναισθηματικής επαφής
Ήρθε η ώρα να φύγει. Την ρώτησα «πως»; Μου είπε «μόνη» , δείχνοντας μου τον εαυτό της.
Μ΄ έτεινε το χέρι για χειραψία. Δεν το πήρα. Την ρώτησα, «αύριο;» και μου είπε ότι, «αύριο θα φύγει με το αεροπλάνο» .
Ένοιωσα ό, τι νοιώθουν οι άνθρωποι που σε μια τους ερώτηση παίρνουν μια απάντηση εντελώς αντίθετη από αυτήν που προσδοκάνε.
Έκλεισα τα μάτια από την απογοήτευση, και όταν τα ξανάνοιξα, την ρώτησα, «πότε θα επιστρέψεις;»
Έβγαλε από το τσαντάκι της ένα στυλό και ένα μπλοκάκι, και έγραψε: 8/1979.
Θέ μου, θα ξανάλθει τον επόμενο αύγουστο, μετά από έναν χρόνο…..
Κούνησα το κεφάλι μου με θλίψη. Δεν ήθελα να φύγει.
Έσφιξε τα χείλη της. Κατάλαβα και την δική της θλίψη.
Την αποχαιρέτησα μ΄ έ να φιλί στο μάγουλο.
Την είδα που έφευγε προς την ΧΑΝΘ μέχρι που χάθηκε.

Ο επόμενος αύγουστος ήταν η επόμενη συνάντηση μας.
Την είδα πάλι εκεί, στο γηπεδάκι. Η καρδιά μου έσπασε όταν την είδα. ¨Έτσι όπως την είδα.
Αδύνατη, ταλαιπωρημένη, και μ΄ ένα καπελλάκι το κεφάλι της.
Έπιασα τα δυο της χέρια, την κοίταξα στα μάτια, βούρκωσα από τα δικά της δάκρυα , και πρόσεξα ότι δεν
είχε μαλλιά.
Την έσφιξα στην αγκαλιά μου, και εκείνη έδεσε τα χέρια της στην πλάτη μου.
Τα δάκρυα μας έγιναν ένα σιγανό κλάμα.
Εκείνο το απόγευμα, καθήσαμε μέχρι το βράδυ, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, χωρίς να λέμε τίποτε.
Ήρθε η ώρα να φύγει.
-Αύριο; Την ρώτησα.
Με ένα ξυλαράκι έγραψε στο χώμα, «8/1980»
Πάλι μετά πό ένα χρόνο…Θεέ μου….
Έπιασε το πρόσωπο μου με τα δυό της χέρια. Έκλαιγε. Την αγκάλιασα. Έκλαιγα και γώ. Έφυγε χωρίς να θέλει να
φύγει. Την άφησα χωρίς να ήθελα να την αφήσω.
Τον επόμενο αύγουστο, τον αύγουστο του 1980 δεν ήλθε.
Ούτε τον επόμενο, ούτε τον μεθεπόμενο.
Δεν ήλθε , μέχρι και την χρονιά που έφυγα από την Θεσσαλονίκη.
Θεώρησα ότι η ασθένεια της δεν είχε καλή εξέλιξη.
Μέχρι τότε, πήγαινα κάθε αύγουστο στο γηπεδάκι, αν και τα τελευταία χρόνια δεν παίξαμε πιά μπάσκετ, αφού οι εφηβικές παρέες εύκολα χάνονται.

Στη Θεσσαλονίκη επέστρεψα για μόνιμη εγκατάσταση τον μάιο του 1995.
Τον αύγουστο δεν μπόρεσα να μην πάω στο γηπεδάκι, νοιώθοντας εκείνη την γλυκόπικρη αίσθηση που πλημμυρίζει όλους όταν επιστρέφουν-ενήλικες πια- σε μέρη που έζησαν ως έφηβοι.

Ήταν όμως εκεί. Ήταν αυτή. Την γνώρισα αμέσως.
Καθισμένη σ΄ ένα τραπεζάκι, με δυο κοριτσάκια μαζί της.
Αργά, κάτω από ένα κρεσέντο καρδιακής λειτουργίας πήγα και κάθησα σ΄ένα τραπέζι σχεδόν απέναντι της.
Με κοίταξε. Τα χείλη της συσπάσθηκαν ελαφρά, τα μάτια της βούρκωσαν.
Με γνώρισε.
Τα δυο κοριτσάκια, ήταν αποτρεπτικός λόγος για να την πλησιάσω και να της πω αυτό που ήθελα να της πώ από τον αύγουστο του 1979.
Ήρθε όμως αυτή. Στάθηκε δίπλα μου όρθια, σηκώθηκα και ΄γω, έβαλε πάλι – όπως τότε - το πρόσωπο μου στα χέρια της , τα τρεμάμενα χείλη της έσφιξαν, και οι λυγμοί της είπαν αυτό που ήθελε να μου πεί και αυτή, από τον αύγουστο εκείνο…..
Την αγκάλιασα. Δεν ξέρω αν ήταν τρυφερά η δυνατά. Ξέρω όμως ότι άνοιξα την καρδιά μου και την έβαλα μέσα.
Ήρθαν τα κοριτσάκια της, και άφήσαμε ο ένας τον άλλον.
Κοιταχθήκαμε με τρεμάμενα χείλη με υγρά μάτια, με ραγισμένες καρδιές, με χαμένα χρόνια…
Έβαλε το χέρι της στην καρδιά της και έδειξε εμένα με το δάχτυλο της, κουνώντας το κεφάλι της.
«Η καρδιά μου είναι δικιά σου», μου είπε χωρίς λόγια.
Έβαλα και ‘γω το χέρι στην καρδιά μου, και την έδειξα με το δάχτυλο μου.
«Και η δικιά μου καρδιά είναι δικιά σου» της είπα χωρίς λόγια.
Με κοίταξε με θλιμμένα μάτια.
Ήταν η τελευταία φορά. Πήρε τα κοριτσάκια της και έφυγε.
Δεν ξαναπήγα ποτέ σ΄εκείνο το γηπεδάκι, κανέναν αύγουστο μέχρι τώρα -2008- που γράφονται αυτές οι γραμμές.

16 σχόλια:

  1. Έρημος,
    Έρως,
    Ώριμος

    Ερήμου ο Έρως,
    Ώριμος Έρως,

    Η Έρημος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε μου καλημέρα, απίθανο μα κρύβει τόσο πόνο!!, που με συγκίνησες και μένα αφάνταστα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μου σύντριψες την καρδιά φίλε μου!
    ...
    Σε παραπέμπω σε μια πρόσφατη μου ανάρτηση

    http://odevontas.blogspot.com/2010/06/blog-post_21.html

    Καλό απόγευμα να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλε μου φίλε Cummulus τρομερή ιστορία και την απέδωσες τέλεια.

    Απορώ πως δεν μπήκε ακόμα καμια από τις φίλες μας....

    Θα κλαίνε ακόμα φαίνεται....

    Αλήθεια αδερφέ μου ξέρω ότι είναι αδιάκριτο να ρωτήσω αλλά κάπου μέσα μας όλοι το ίδιο σκεφτόμαστε....

    Παιρνω λοιπόν το θάρρος να ρωτήσω αν αυτο συνέβει σε εσένα....

    Μην πιεστείς να απαντησεις..
    Εξάλλου μονο από περιέργεια ρωτάω...

    Αν με μαλώσεις θα το καταλάβω....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Κάνθαρε,ευχαριστώ που πέρασες,
    Γιατρέ, πάντα λακωνικός
    Πειραιώτη, οι μικρές ιστορίες κρύβουν μεγάλο πόνο.
    Διαβάτη, την είχα δεί την όμορφη ανάρτηση σου
    Θάνο, θα τα πούμε κάποια στιγμή..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Συνεφάκι μου

    σε είχα σεμνό και ντροπαλό παιδί απορώ και εξίσταμαι...
    ώστε παίρνεις στην αγκαλιά σου άγνωστες καραφλές κυρίες, για Όνομααα;!

    Είσαι και πολύ προχώ...τύπος, τελικά!

    Και δε σου δειχνε, φίλε, με την καμία!

    Να έρθω και γω να μαζέψω αγάπη ;

    :-=(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. ΤΙ ΒΛΕΠΩ;Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΟΧΕΙΡΟΥ, ΜΕ ΜΟΡΦΗ ΟΞΥΠΤΕΡΙΟΥ;
    ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΌς!
    ΠΟΛΎ ΠΡΟΧΩ, ΓΙΑΤΡΟΥΛΑΚΟ ΜΟΥ , ΕΣΈΝΑ ΠΣΗΦΙΖΩ ΓΙΑ ΤΟ ΧΟΙΡΟΥΡΓΕΙΟ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ΧΑΧΑΧΑ!
    ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. ΠΕΡΑΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΥΧΗΘΩ ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΑ.ΘΑ ΤΑ ΞΑΝΑΠΟΥΜΕ ΤΕΛΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ.ΩΣ ΤΟΤΕ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ.
    ΦΟΒΕΡΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Γειά σου Σκρουτζάκο, καλό καλοκαίρι, θα τα ξαναπούμε τον αύγουστο. Ευχαριστώ για το σχόλιο σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Στην ελληνικη νοηματικη το χέρι να χτυπάει στην καρδιά και να δείχνει κάποιον σημαίνει, Σ'αγαπώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ναί, ωραία ιστορία. Κάτι τέτοια διαβάζουμε καί κυνηγάμε μετά μιά ζωή φαντάσματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Βολικά πράγματα ὅμως αὐτά τά φαντάσματα Ἀφοῦ θά τά κυνηγᾶμε ἀεάνως, μποροῦμε πάνω τους νά προσωποποιήσουμε ὅ,τι θέλουμε.
    Καλό βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή